Αρχική σελίδα
 
 A-   A   A+ 
Η νέα επιστημολογία
 
Διαδικασία μάθησης, μία γέφυρα ανάμεσα στην επιστήμη και την καθημερινότητα της ζωής

Μέσα από συνεργασίες, αλλά και αντιπαραθέσεις, περισσότερο όμως με φροντίδα για την ανθρώπινη συμπεριφορά, θεμελιώνονταν οργανωτικής φύσεως εξηγητικές αρχές, ένα νέο επιστημολογικό πρότυπο σχετικά με την γνώση που αποκτούμε για τον εαυτό μας σε πλαίσια επικοινωνίας Αυτή η επιστημολογική πρόταση, αν μη τι άλλο, δημιουργούσε μία κοινωνική γέφυρα, γιατί μπορούσε να έχει εφαρμογή τόσο στον τομέα της ψυχολογίας για τον ειδικό όσο και στην πράξη της ζωής για τον απλό άνθρωπο.

Η υπό διαμόρφωση νέα επιστημολογία, εκτός του ότι είχε πρακτική αξία, πρότεινε κατά κύριο λόγο ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, καθώς μας βοηθούσε, χωρίς να είμαστε πάντοτε οι ειδήμονες, να μπορούμε να καταλαβαίνουμε σε ένα βαθύτερο επίπεδο νοητικών και συναισθηματικών διεργασιών τον τρόπο που εμείς οργανώνουμε τις πληροφορίες. Μας εξοικείωνε δηλαδή στο να παρατηρούμε τους τρόπους που μαθαίνουμε, και επίσης να καταλαβαίνουμε σε επίπεδο καθημερινής συναλλαγής τους κώδικες που επικοινωνούμε, δρούμε και καταλήγουμε σε αποφάσεις. Αλλά και σε φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους καταστάσεις μας υποδείκνυε την μέθοδο να μελετούμε αναλογίες, ομοιότητες δηλαδή και διαφορές. Η σύγκριση για παράδειγμα σχημάτων συμπεριφοράς ανάμεσα σε προηγμένες και μη προηγμένες σύγχρονες κουλτούρες μας βοηθούν να κατανοούμε επίκαιρες καταστάσεις της δικής μας κοινωνίας. Αν χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα από το βιβλίο του Bateson "Steps to an ecology of mind" (1972), αντιλαμβανόμαστε ότι η μέθοδος που διαθέτουμε, μας παρέχει τις εξηγητικές αρχές που επιτρέπουν να θέτουμε ερωτήματα για σημασίες πανανθρώπινων γεγονότων από την ελληνική και την παγκόσμια προϊστορία ως την σύγχρονη κοινωνική και πολιτικοστρατιωτική ιστορία του κόσμου. Ωστόσο, η ίδια αυτή επιστημολογική μέθοδος, σε συνθήκες αυτοκαθορισμού, μάς δίνει βάσιμα την δυνατότητα να αφηγηθούμε την δική μας ιστορία και να αναζητήσουμε εκεί νοήματα για τις σχέσεις και την ζωή μας.

Εφαρμογές της συστημικής επιστημολγίας στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο

Παρά την ευρεία του προοπτική, το επιστημολογικό υπόδειγμα που προέκυπτε από την συστημική θεωρία και την κυβερνητική επιστήμη, από την αρχή κιόλας συνδέθηκε με την οικογενειακή ψυχοθεραπεία (1960) και απόκτησε κλινική χρησιμότητα με άμεση εφαρμογή. Πρόσφερε την μέθοδο και το γλωσσικό μέσο που επέτρεπαν να περιγράφουμε με όρους κυκλικής αιτιότητας τις αλληλεπιδραστικές σχέσεις στο οικογενειακό πλαίσιο, καθώς και τις επί μέρους συναισθηματικές καταστάσεις και αντιληπτικές αποκλίσεις στο άτομο, χωρίς να χρειάζεται να επιμερίζουμε ή να κατηγοριοποιούμε. Στην τρέχουσα μορφή της η συστημική ψυχοθεραπεία, όπως από την θεραπευτική πράξη προκύπτει, δεν αποφεύγει απαραιτήτως όρους, συσχετισμούς και κριτήρια της παραδοσιακής ψυχοπαθολογίας, όταν αυτό χρειάζεται. Εφαρμόζει ωστόσο συγκεκριμένες μεθόδους προσέγγισης εστιάζοντας στην παρατήρηση και καταγραφή των σχέσεων γύρω από το πρόβλημα της οικογένειας. Καθώς όμως το πρόβλημα-αίτημα αφορά σε σχέσεις, η σχετική διάγνωση λαμβάνει μορφή περιφραστική-περιγραφική και σε μερικές περιπτώσεις συνοδεύεται από ένα διάγραμμα, όταν πρόκειται για το σχέδιο του γενεογράμματος της οικογένειας.

Το αίτημα μπορεί να εξεταστεί τόσο ως προς την δομή των σχέσεων όσο και ως προς την γλωσσική-αφηγηματική εκδοχή του σαν ένα προϊόν παθογένειας των σχέσεων. Η κατάσταση συναρτάται με τους μπερδεμένους μέσα στην οικογένεια ρόλους και στόχους, και κατ’ ακολουθία, με την διαταραγμένη ενδοοικογενειακή επικοινωνία. Με αυτό ως δεδομένο το πρόβλημα-αίτημα της οικογένειας επιμερίζεται στο σύνολο των μελών ως εκδήλωση δυσλειτουργίας, αλλά κατανοείται επίσης και ως λύση ανάγκης για την διατήρηση μιας τραυματικής οικογενειακής ισορροπίας, που αδυνατεί στο εξής να προσφέρει στο σύστημα. Είτε λοιπόν πρόκειται για οικογενειακή είτε για ατομική ψυχοθεραπεία ο θεραπευτής συναλλάσσεται με ένα σύστημα το οποίο βρίσκεται σε μετάβαση και το οποίο οδεύει προς μία νέα κατάσταση ισορροπίας μη προβλέψιμου χαρακτήρα.

Η συστημική διάγνωση καταγράφει το εμφανιζόμενο στις σχέσεις του ατόμου ή της οικογένειας πρόβλημα. Χρησιμοποιεί προτάσεις–υποθέσεις, φορείς νέων νοημάτων, οι οποίες συγκατασκευάζονται από κοινού από τον ψυχοθεραπευτή και τον θεραπευόμενο μέσα στον θεραπευτικό διάλογο. Η διάγνωστική υπόθεση αποτελεί μέρος μιας πολυπλοκότερης αλήθειας. Αναπτύσσεται συνεχώς στην διάρκεια της θεραπείας, οργανώνει την ρευστότητα της θεραπευτικής αλλαγής, ενώ συγχρόνως η ίδια αποτελεί υπόδειγμα αλλαγής.